Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Saxist
01
σαξοφωνίστας, μουσικός που παίζει σαξόφωνο
a musician who plays the saxophone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saxists
Λεξικό Δέντρο
saxist
sax



























