satirist
sa
ˈsæ
ti
rist
rɪst
rist
satanist

Ορισμός και σημασία του "satirist"στα αγγλικά

01

σατιρικός

a person who writes or uses satires in order to criticize or humor someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
satirists
Παραδείγματα
The satirist's latest column humorously critiqued political leaders. 

Η τελευταία στήλη του σατιρικού κωμικά επέκρινε τους πολιτικούς ηγέτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

satirist
satire
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store