Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Satirist
01
σατιρικός
a person who writes or uses satires in order to criticize or humor someone or something
Παραδείγματα
The satirist's play received acclaim for its incisive take on political corruption.
Το έργο του σατιρικού έλαβε επαίνους για την οξεία του άποψη για την πολιτική διαφθορά.
Λεξικό Δέντρο
satirist
satire



























