to satiate
sa
ˈseɪ
sei
tiate
ˌʃieɪt
shieit
expatiate

Ορισμός και σημασία του "satiate"στα αγγλικά

to satiate
01

χορταίνω, ικανοποιώ πλήρως

to fully satisfy a desire or need, such as food or pleasure, often beyond capacity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
satiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
satiates
ενεστώτα μετοχή
satiating
απλός αόριστος
satiated
παθητική μετοχή
satiated
Παραδείγματα
The elaborate feast was designed to satiate even the most ravenous appetites. 

Το περίτεχνο γεύμα σχεδιάστηκε για να ικανοποιήσει ακόμα και τις πιο αδηφάγες όρεξεις.

01

χορτασμένος, ικανοποιημένος

supplied (especially fed) to satisfaction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most satiate
συγκριτικός βαθμός
more satiate
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store