Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to satiate
01
χορταίνω, ικανοποιώ πλήρως
to fully satisfy a desire or need, such as food or pleasure, often beyond capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
satiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
satiates
ενεστώτα μετοχή
satiating
απλός αόριστος
satiated
παθητική μετοχή
satiated
Παραδείγματα
The marathon runner ’s performance was enough to satiate his competitive spirit and desire for achievement.
Η απόδοση του μαραθωνοδρόμου ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει το ανταγωνιστικό του πνεύμα και την επιθυμία για επίτευξη.
satiate
01
χορτασμένος, ικανοποιημένος
supplied (especially fed) to satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most satiate
συγκριτικός βαθμός
more satiate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
satiated
satiation
satiate



























