Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sanctimonious
01
θεοσεβής, υποκριτικά ευσεβής
attempting to showcase how one believes to be morally or religiously superior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sanctimonious
συγκριτικός βαθμός
more sanctimonious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her sanctimonious remarks about others' behavior were seen as insincere and patronizing.
Τα υποκριτικά σχόλιά της για τη συμπεριφορά των άλλων θεωρήθηκαν ανειλικρινή και πατρονάριστικα.
Λεξικό Δέντρο
sanctimoniously
sanctimoniousness
sanctimonious
sanctimony



























