Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to salivate
01
βγάζω σάλια, σαλιάρω
to generate saliva, typically triggered by the expectation or smell of delicious food
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
salivate
γ΄ ενικό πρόσωπο
salivates
ενεστώτα μετοχή
salivating
απλός αόριστος
salivated
παθητική μετοχή
salivated
Παραδείγματα
The chef's exquisite aroma from the kitchen made the diners salivate in anticipation.
Το εξαιρετικό άρωμα του σεφ από την κουζίνα έκανε τους πελάτες να βγάζουν σάλια σε προσμονή.
02
σαλιάρω, λιγουρεύομαι
to show eager anticipation or excitement at the thought or sight of something desirable
Intransitive: to salivate at sth | to salivate over sth
Παραδείγματα
She salivated at the thought of the upcoming holiday feast.
Έσταζε σάλια με τη σκέψη του επερχόμενου εορταστικού γεύματος.
Λεξικό Δέντρο
salivation
salivate



























