Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
runny
01
υγρός, ρευστός
having a thin and watery texture, often flowing freely on a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
runniest
συγκριτικός βαθμός
runnier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The runny paint dripped down the canvas in streaks.
Η υγρή μπογιά στάζει στον καμβά σε λωρίδες.
02
στάζων, υγρός
having an excess of liquid, often due to irritation or illness, causing discharge from the nose or eyes
Παραδείγματα
Her runny nose was a sign she was coming down with a cold.
Η στάζουσα μύτη της ήταν ένα σημάδι ότι κρυολογούσε.
Λεξικό Δέντρο
runniness
runny
run



























