Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rowdy
01
βάρβαρος, αγέλαστος
a cruel and brutal fellow
rowdy
01
θορυβώδης, ατίθασος
(of a person) noisy, disruptive, and often behaving in a disorderly or unruly way
Παραδείγματα
He could be rowdy at times, but he was always kind and good-hearted.
Μπορούσε να είναι θορυβώδης μερικές φορές, αλλά ήταν πάντα ευγενικός και καλόκαρδος.
02
θορυβώδης, ατακτος
(of a thing) lively, loud, and somewhat disorderly
Παραδείγματα
Their rowdy night out included dancing, loud music, and lots of laughter.
Η θορυβώδης βραδιά τους περιλάμβανε χορό, δυνατή μουσική και πολλά γέλια.
Λεξικό Δέντρο
rowdyism
rowdy



























