Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rowdy
01
ταραξίας, ανατριχιαστικός
a person noisy, disorderly, or causing commotion
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rowdies
Παραδείγματα
Everyone tried to calm the rowdy at the party.
Όλοι προσπάθησαν να ηρεμήσουν τον ταραξία στο πάρτι.
rowdy
01
θορυβώδης, ατίθασος
(of a person) noisy, disruptive, and often behaving in a disorderly or unruly way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
rowdiest
συγκριτικός βαθμός
rowdier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was known as the rowdy kid in class, always causing a commotion.
Ήταν γνωστός ως το θορυβώδες παιδί στην τάξη, πάντα προκαλώντας αναστάτωση.
02
θορυβώδης, ατακτος
(of a thing) lively, loud, and somewhat disorderly
Παραδείγματα
The kids had a rowdy game of tag in the backyard, with laughter and shouts echoing through the neighborhood.
Τα παιδιά έπαιξαν ένα θορυβώδες παιχνίδι κυνηγιού στην πίσω αυλή, με γέλια και κραυγές να ηχούν στη γειτονιά.
Λεξικό Δέντρο
rowdyism
rowdy



























