Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rover
01
νομάς, περιπλανώμενος
someone who leads a wandering unsettled life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rovers
02
rover, ενήλικας προσκοπιστής
an adult member of the Boy Scouts movement
03
rover, οχημα εξερεύνησης
a robotic vehicle designed to move across the surface of a celestial body to conduct scientific experiments and gather data



























