Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bastardly
01
άχρηστος, ευτελής
of no value or worth
02
νόθος, παράνομος
(of a person) associated with being born out of wedlock
Παραδείγματα
His bastardly origins were often used against him, despite his achievements.
Η νόθα καταγωγή του χρησιμοποιούνταν συχνά εναντίον του, παρά τα επιτεύγματά του.



























