bastardly
bas
ˈbɑ:s
baas
tard
təd
tēd
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "bastardly"στα αγγλικά

01

άχρηστος, ευτελής

of no value or worth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bastardly
συγκριτικός βαθμός
more bastardly
διαβαθμίσιμο
02

νόθος, παράνομος

(of a person) associated with being born out of wedlock 
Παραδείγματα
The bastardly child was treated poorly by society due to his illegitimate birth. 

Το μπάσταρδο παιδί αντιμετωπίστηκε άσχημα από την κοινωνία λόγω της νόθας γέννησής του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store