Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rogue
01
απατεώνας, αλήτης
a person considered dishonest, mischievous, or defiant
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rogues
Παραδείγματα
That rogue stole the wallet and ran.
Αυτός ο αλήτης έκλεψε το πορτοφόλι και έφυγε τρέχοντας.
rogue
01
ανεξέλεγκτος, επικίνδυνος
(of an animal) having an unpredictable or aggressive nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rogue
συγκριτικός βαθμός
more rogue
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rogue elephant caused panic among villagers by wandering into residential areas.
Ο ατίθασος ελέφαντας προκάλεσε πανικό μεταξύ των χωρικών περιπλανώμενος σε κατοικημένες περιοχές.
02
άγριος, αχαλίνωτος
having a wild, erratic, or untamed nature
Παραδείγματα
The ship was capsized by a rogue wave.
Το πλοίο αναποδογύρισε από ένα άγριο κύμα.
03
ανυπάκουος, απείθαρχος
(of a person) behaving in a way that defies rules or expectations
Παραδείγματα
The city launched an investigation into allegations of rogue cops abusing their power.
Η πόλη ξεκίνησε έρευνα για καταγγελίες ότι απειθάρχητοι αστυνομικοί καταχρώται την εξουσία τους.
04
ατίθασος, έξω από τον νόμο
having leadership that defies international law or global norms of behavior
Παραδείγματα
The rogue state continued to test missiles despite international sanctions.
Το αποστάτη κράτος συνέχισε τις δοκιμές πυραύλων παρά τις διεθνείς κυρώσεις.
Λεξικό Δέντρο
roguery
rogue



























