Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rock-bottom
01
χαμηλότερος, στον πάτο
having the lowest possible level, particularly in terms of price, quality, or conditions
Παραδείγματα
The hotel ’s rock-bottom rates during the off-season attracted many budget travelers.
Οι χαμηλότερες τιμές του ξενοδοχείου κατά τη χαμηλή σεζόν προσέλκυσαν πολλούς ταξιδιώτες με περιορισμένο budget.



























