ritualism
ri
ˈrɪ
ri
tua
ʧuə
chooē
li
li
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "ritualism"στα αγγλικά

01

τελετουργισμός, τελετουργικότητα

the act of sticking to old customs and ceremonies in a culture, focusing on doing things the traditional way 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The tribal ritualism included dancing around the fire to appease the gods. 

Ο φυλετικός τελετουργισμός περιλάμβανε χορό γύρω από τη φωτιά για να κατευνάσει τους θεούς.

02

τελετουργισμός, μελέτη των τελετών

the examination of religious or magical rites and ceremonies 
Παραδείγματα
His research focused on the ritualism of ancient Egyptian funerary practices. 

Η έρευνά του επικεντρώθηκε στον τελετουργισμό των αρχαίων αιγυπτιακών ταφικών πρακτικών.

Λεξικό Δέντρο

ritualism
ritual
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store