rivalry
ri
ˈraɪ
rai
val
vəl
vēl
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "rivalry"στα αγγλικά

01

αντιπαλότητα

a situation that involves two or multiple people, teams, businesses, etc. competing for the same status, object, or thing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rivalries
Παραδείγματα
The intense rivalry between the two football teams has lasted for decades. 

Η έντονη αντιπαλότητα μεταξύ των δύο ομάδων ποδοσφαίρου διαρκεί δεκαετίες.

Λεξικό Δέντρο

rivalry
rival
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store