Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
riven
01
διαιρεμένος, σχισμένος
(of a group of people) divided by disagreements, particularly violently
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most riven
συγκριτικός βαθμός
more riven
διαβαθμίσιμο



























