Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rival
01
ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
to be equal to or compete closely with someone or something in terms of skill, ability, or performance
Transitive: to rival sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rival
γ΄ ενικό πρόσωπο
rivals
ενεστώτα μετοχή
rivaling
απλός αόριστος
rivaled
παθητική μετοχή
rivaled
Παραδείγματα
The new smartphone model aims to rival its competitors in terms of features and performance.
Το νέο μοντέλο smartphone στοχεύει να ανταγωνιστεί τους ανταγωνιστές του σε χαρακτηριστικά και απόδοση.
02
ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
to compete with someone or something in a contest or for the same goal or advantage
Transitive: to rival sb
Παραδείγματα
He has always rivaled his brother in academics and sports.
Πάντα ανταγωνιζόταν τον αδερφό του στα ακαδημαϊκά και τον αθλητισμό.
Rival
01
αντίπαλος, ανταγωνιστής
a person or entity competing against another for the same objective or superiority in a field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rivals



























