Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rival
01
ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
to be equal to or compete closely with someone or something in terms of skill, ability, or performance
Transitive: to rival sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rival
γ΄ ενικό πρόσωπο
rivals
ενεστώτα μετοχή
rivaling
απλός αόριστος
rivaled
παθητική μετοχή
rivaled
Παραδείγματα
Her cooking skills rival those of professional chefs.
Οι μαγειρικές της ικανότητες ανταγωνίζονται αυτές των επαγγελματιών σεφ.
02
ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
to compete with someone or something in a contest or for the same goal or advantage
Transitive: to rival sb
Παραδείγματα
The two teams will rival each other for the championship title.
Οι δύο ομάδες θα ανταγωνιστούν μεταξύ τους για τον τίτλο του πρωταθλήματος.
Rival
01
αντίπαλος, ανταγωνιστής
a person or entity competing against another for the same objective or superiority in a field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rivals



























