rigor
ri
ˈrɪ
ri
gor
vigordiggertrigger
rigour

Ορισμός και σημασία του "rigor"στα αγγλικά

01

ακρίβεια, αυστηρότητα

the quality of thoroughness and accuracy in approach or analysis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Maintaining rigor in the editorial process ensures the credibility of the publication. 

Η διατήρηση της αυστηρότητας στη διαδικασία επιμέλειας διασφαλίζει την αξιοπιστία της δημοσίευσης.

1.1

αυστηρότητα, αγριότητα

the quality of being extremely strict or severe in demeanor or treatment 
Παραδείγματα
The school's discipline policy was criticized for its excessive rigor and lack of flexibility. 

Η πειθαρχική πολιτική του σχολείου επικρίθηκε για την υπερβολική αυστηρότητα και την έλλειψη ευελιξίας.

02

αυστηρότητα, σκληρότητα

something hard to endure 

Λεξικό Δέντρο

rigorous
rigor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store