righteousness
righ
ˈraɪ
rai
teous
ʧəs
chēs
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "righteousness"στα αγγλικά

01

ορθότητα, δικαιοσύνη

the quality or state of being morally upright, virtuous, or just 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His righteousness guided him to always stand up for what he believed to be right, even in the face of opposition. 

Η εντιμότητά του τον οδηγούσε να υπερασπίζεται πάντα αυτό που πίστευε σωστό, ακόμα και αντιμέτωπος με την αντίθεση.

Λεξικό Δέντρο

unrighteousness
righteousness
righteous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store