ridiculous
ri
ri
di
ˈdɪ
di
cu
kjʊ
kyoo
lous
ləs
lēs
meticulous

Ορισμός και σημασία του "ridiculous"στα αγγλικά

ridiculous
01

γελοίος, παραλογισμός

extremely silly and deserving to be laughed at 
ridiculous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ridiculous
συγκριτικός βαθμός
more ridiculous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The idea of teaching fish to ride bicycles is simply ridiculous. 

Η ιδέα να διδάξεις τα ψάρια να οδηγούν ποδήλατο είναι απλά γελοία.

Λεξικό Δέντρο

ridiculously
ridiculousness
ridiculous
ridicule
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store