Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accuracy
01
ακρίβεια, ακριβολογία
the state or quality of being without any errors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ακρίβεια, ακριβεία
(mathematics) the number of significant figures given in a number
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inaccuracy
accuracy
accur



























