Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accumulative
01
συσσωρευτικός, σταδιακός
gradually building up or increasing over time
Παραδείγματα
The accumulative effect of daily reading enhanced his vocabulary significantly.
Η συσσωρευτική επίδραση της καθημερινής ανάγνωσης ενίσχυσε σημαντικά το λεξιλόγιό του.
02
συσσωρευτικός, αθροιστικός
marked by acquiring or amassing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accumulative
συγκριτικός βαθμός
more accumulative
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
accumulative
accumulate
accumul



























