Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accumulative
01
συσσωρευτικός, σταδιακός
gradually building up or increasing over time
Παραδείγματα
The accumulative knowledge shared in the workshop benefited all participants.
Η συσσωρευμένη γνώση που μοιράστηκε στο εργαστήριο ωφέλησε όλους τους συμμετέχοντες.
02
συσσωρευτικός, αθροιστικός
marked by acquiring or amassing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accumulative
συγκριτικός βαθμός
more accumulative
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
accumulative
accumulate
accumul



























