Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revitalize
01
αναζωογονώ, ανανεώνω
to bring back strength or energy to something that was previously lacking
Transitive: to revitalize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revitalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
revitalizes
ενεστώτα μετοχή
revitalizing
απλός αόριστος
revitalized
παθητική μετοχή
revitalized
Παραδείγματα
After a long winter, the warmer weather revitalized the local tourism industry.
Μετά από έναν μακρύ χειμώνα, ο θερμότερος καιρός αναζωογόνησε την τοπική τουριστική βιομηχανία.
02
αναζωογονώ, ανανεώνω τις δυνάμεις
to restore someone’s energy or strength
Transitive: to revitalize a person or their mind and body
Παραδείγματα
A warm cup of tea was enough to revitalize him after the long day.
Ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι ήταν αρκετό για να τον αναζωογονήσει μετά τη μακρά μέρα.
Λεξικό Δέντρο
revitalized
revitalize
vitalize
vital
vit



























