Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revitalize
01
αναζωογονώ, ανανεώνω
to bring back strength or energy to something that was previously lacking
Transitive: to revitalize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revitalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
revitalizes
ενεστώτα μετοχή
revitalizing
απλός αόριστος
revitalized
παθητική μετοχή
revitalized
Παραδείγματα
The city council invested in infrastructure projects to revitalize the aging neighborhoods.
Το δημοτικό συμβούλιο επένδυσε σε έργα υποδομής για να αναζωογονήσει τις γηραιές γειτονιές.
02
αναζωογονώ, ανανεώνω τις δυνάμεις
to restore someone’s energy or strength
Transitive: to revitalize a person or their mind and body
Παραδείγματα
A good night's sleep can revitalize both your body and mind.
Ένας καλός ύπνος τη νύχτα μπορεί να αναζωογονήσει τόσο το σώμα όσο και το μυαλό σας.
Λεξικό Δέντρο
revitalized
revitalize
vitalize
vital
vit



























