to revile
re
ri
vile
ˈvaɪl
vail
reviseresilerevive

Ορισμός και σημασία του "revile"στα αγγλικά

to revile
01

βρίζω, κακολογώ

to criticize someone or something in a harsh insulting manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revile
γ΄ ενικό πρόσωπο
reviles
ενεστώτα μετοχή
reviling
απλός αόριστος
reviled
παθητική μετοχή
reviled

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

revilement
revile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store