Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revile
01
βρίζω, κακολογώ
to criticize someone or something in a harsh insulting manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revile
γ΄ ενικό πρόσωπο
reviles
ενεστώτα μετοχή
reviling
απλός αόριστος
reviled
παθητική μετοχή
reviled
Λεξικό Δέντρο
revilement
revile



























