Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rev up
[phrase form: rev]
01
αυξάνω τις στροφές, επιταχύνω τον κινητήρα
to increase the speed of an engine
Transitive: to rev up an engine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
rev
ενεστώτας
rev up
γ΄ ενικό πρόσωπο
revs up
ενεστώτα μετοχή
revving up
απλός αόριστος
revved up
παθητική μετοχή
revved up
Παραδείγματα
In a drag race, drivers rev up their engines to get a quick start.
Σε έναν αγώνα drag, οι οδηγοί επιταχύνουν τις μηχανές τους για να πάρουν μια γρήγορη εκκίνηση.
02
ενεργοποιούμαι, επιταχύνω
to become more active or energized
Intransitive
Παραδείγματα
With the arrival of summer, tourist activity in the coastal town starts to rev up.
Με την άφιξη του καλοκαιριού, η τουριστική δραστηριότητα στην παραθαλάσσια πόλη αρχίζει να εντείνεται.
03
ενθαρρύνω, ενεργοποιώ
to make someone or something more active, increasing their energy or enthusiasm
Transitive: to rev up sb/sth
Παραδείγματα
The energetic music revved up the crowd at the concert.
Η ενεργητική μουσική ενθάρρυνε το πλήθος στη συναυλία.



























