Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retroactive
01
αναδρομικός, με αναδρομική ισχύ
applied or taken effect from a past date or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, time, effect
Παραδείγματα
The new tax law is retroactive to the beginning of the year.
Ο νέος φορολογικός νόμος ισχύει αναδρομικά από την αρχή του έτους.
02
αναδρομικός, με αναδρομική ισχύ
affecting things past
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
retroactively
retroactive
retro
active



























