Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resolutely
01
αποφασιστικά, με αποφασιστικότητα
in a firm and determined manner
Παραδείγματα
The community resolutely rebuilt after the natural disaster, demonstrating resilience and unity.
Η κοινότητα αποφασιστικά ξαναχτίστηκε μετά τη φυσική καταστροφή, επιδεικνύοντας ανθεκτικότητα και ενότητα.
Λεξικό Δέντρο
irresolutely
resolutely
resolute



























