to resize
re
ri:
ri
size
ˈsaɪz
saiz
resilereside

Ορισμός και σημασία του "resize"στα αγγλικά

to resize
01

αλλάζω το μέγεθος, αλλαγή μεγέθους

to change the size of something 
Transitive: to resize sth
to resize definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resize
γ΄ ενικό πρόσωπο
resizes
ενεστώτα μετοχή
resizing
απλός αόριστος
resized
παθητική μετοχή
resized
Παραδείγματα
She resizes the images to fit them into the presentation slides. 

Αυτή αλλάζει το μέγεθος των εικόνων για να ταιριάζουν στις διαφάνειες της παρουσίασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store