Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resize
01
αλλάζω το μέγεθος, αλλαγή μεγέθους
to change the size of something
Transitive: to resize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resize
γ΄ ενικό πρόσωπο
resizes
ενεστώτα μετοχή
resizing
απλός αόριστος
resized
παθητική μετοχή
resized
Παραδείγματα
While editing, she was continuously resizing the layout to improve visual appeal.
Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας, αλλάζει συνεχώς το μέγεθος της διάταξης για να βελτιώσει την οπτική έκφραση.
Λεξικό Δέντρο
resize
size



























