to resize
Pronunciation
/ɹɪsˈaɪz/

Ορισμός και σημασία του "resize"στα αγγλικά

to resize
01

αλλάζω το μέγεθος, αλλαγή μεγέθους

to change the size of something
Transitive: to resize sth
to resize definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resize
γ΄ ενικό πρόσωπο
resizes
ενεστώτα μετοχή
resizing
απλός αόριστος
resized
παθητική μετοχή
resized
Παραδείγματα
While editing, she was continuously resizing the layout to improve visual appeal.
Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας, αλλάζει συνεχώς το μέγεθος της διάταξης για να βελτιώσει την οπτική έκφραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store