Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reside
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
reside
γ΄ ενικό πρόσωπο
resides
ενεστώτα μετοχή
residing
απλός αόριστος
resided
παθητική μετοχή
resided
Παραδείγματα
The Smith family resides in a charming cottage on the outskirts of town.
Η οικογένεια Σμιθ κατοικεί σε ένα γοητευτικό cottage στα περίχωρα της πόλης.
Παραδείγματα
The historic manuscripts reside in the university's special collections library.
Τα ιστορικά χειρόγραφα βρίσκονται στη βιβλιοθήκη ειδικών συλλογών του πανεπιστημίου.
03
βρίσκεται, ανήκει
to be held by an individual or a governing body
Παραδείγματα
The ultimate authority to make decisions resides with the board of directors.
Η απόλυτη αρχή λήψης αποφάσεων ανήκει στο διοικητικό συμβούλιο.
Λεξικό Δέντρο
resident
reside



























