to reside
re
ri
side
ˈzaɪd
zaid
resileresidueresize

Ορισμός και σημασία του "reside"στα αγγλικά

to reside
01

κατοικώ, διαμένω

to live in a specific place 
Intransitive: to reside somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
reside
γ΄ ενικό πρόσωπο
resides
ενεστώτα μετοχή
residing
απλός αόριστος
resided
παθητική μετοχή
resided
Παραδείγματα
The Smith family resides in a charming cottage on the outskirts of town. 

Η οικογένεια Σμιθ κατοικεί σε ένα γοητευτικό cottage στα περίχωρα της πόλης.

02

κατοικώ, βρίσκομαι

to be located in a particular place 
Intransitive: to reside somewhere
Παραδείγματα
The historic manuscripts reside in the university's special collections library. 

Τα ιστορικά χειρόγραφα βρίσκονται στη βιβλιοθήκη ειδικών συλλογών του πανεπιστημίου.

03

βρίσκεται, ανήκει

to be held by an individual or a governing body 
Παραδείγματα
The ultimate authority to make decisions resides with the board of directors. 

Η απόλυτη αρχή λήψης αποφάσεων ανήκει στο διοικητικό συμβούλιο.

04

κατοικώ, υπάρχω

to exist within or be a characteristic of something 
Intransitive: to reside in sb/sth
Παραδείγματα
A great deal of wisdom resides in her words. 

Μια μεγάλη σοφία κατοικεί στα λόγια της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store