Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reshape
01
ανασχηματίζω, αλλάζω το σχήμα
to form or mold something again in a new or different way
Transitive: to reshape sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reshape
γ΄ ενικό πρόσωπο
reshapes
ενεστώτα μετοχή
reshaping
απλός αόριστος
reshaped
παθητική μετοχή
reshaped
Παραδείγματα
He decided to reshape his body by starting a new fitness routine.
Αποφάσισε να ανασχηματίσει το σώμα του ξεκινώντας μια νέα ρουτίνα γυμναστικής.
02
ανασχηματίζω, επαναδιάταξη
to change the structure or arrangement of something to make it different or more effective
Transitive: to reshape a process or system
Παραδείγματα
The company plans to reshape its management team to improve efficiency.
Η εταιρεία σχεδιάζει να αναδιαρθρώσει την ομάδα διαχείρισης για να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα.
Λεξικό Δέντρο
reshape
shape



























