Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Resemblance
01
ομοιότητα, παρόμοια
the state of similarity between two or more things
Παραδείγματα
They were amazed by the resemblance of the child to her grandmother.
Εκπλήχτηκαν από την ομοιότητα του παιδιού με τη γιαγιά του.
Λεξικό Δέντρο
resemblance
resemble



























