Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rerun
01
επανάληψη, επανέκδοση
the rebroadcast of a program on television or other media
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reruns
Παραδείγματα
Viewers enjoyed watching a classic sitcom rerun late at night.
Οι θεατές απόλαυσαν την παρακολούθηση μιας επανάληψης μιας κλασικής κωμικής σειράς αργά τη νύχτα.
to rerun
01
επανεκπέμπω, επανεκπέμπω
to broadcast a film, show, or program again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rerun
γ΄ ενικό πρόσωπο
reruns
ενεστώτα μετοχή
rerunning
απλός αόριστος
reran
παθητική μετοχή
rerun
Παραδείγματα
The network decided to rerun the classic movie on Friday night.
Το δίκτυο αποφάσισε να επανεκπέμψει την κλασική ταινία την Παρασκευή το βράδυ.
02
επανεκπέμπω, επαναλαμβάνω
to cause something to be performed again
Παραδείγματα
The director decided to rerun the scene for better coverage.
Ο σκηνοθέτης αποφάσισε να ξαναγυρίσει τη σκηνή για καλύτερη κάλυψη.
03
ανακατέρχομαι, υποβάλλω ξανά υποψηφιότητα
to compete again for an elected position
Παραδείγματα
The senator chose to rerun for office next year.
Ο γερουσιαστής επέλεξε να ξανακαταθέσει υποψηφιότητα για τη θέση του χρόνου.
04
επανεκτελώ παράσταση, παρουσιάζω ξανά
to repeat a performance of a play
Παραδείγματα
The theater decided to rerun the play due to popular demand.
Το θέατρο αποφάσισε να επανεκτελέσει την παράσταση λόγω της δημοφιλούς ζήτησης.
Λεξικό Δέντρο
rerun
run



























