Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rerun
01
επανάληψη, επανέκδοση
the rebroadcast of a program on television or other media
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reruns
Παραδείγματα
She caught a rerun of her favorite cooking show while waiting at the airport.
Έπιασε μια επανάληψη της αγαπημένης της μαγειρικής εκπομπής ενώ περίμενε στο αεροδρόμιο.
to rerun
01
επανεκπέμπω, επανεκπέμπω
to broadcast a film, show, or program again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rerun
γ΄ ενικό πρόσωπο
reruns
ενεστώτα μετοχή
rerunning
απλός αόριστος
reran
παθητική μετοχή
rerun
Παραδείγματα
The station plans to rerun the film at a later time.
Ο σταθμός σχεδιάζει να επανεκπέμψει την ταινία σε μεταγενέστερο χρόνο.
02
επανεκπέμπω, επαναλαμβάνω
to cause something to be performed again
Παραδείγματα
He reran the rehearsal to correct the mistakes.
Επανέλαβε την πρόβα για να διορθώσει τα λάθη.
03
ανακατέρχομαι, υποβάλλω ξανά υποψηφιότητα
to compete again for an elected position
Παραδείγματα
The mayor announced he would rerun in the upcoming election.
Ο δήμαρχος ανακοίνωσε ότι θα ξανακατέβει στις επερχόμενες εκλογές.
04
επανεκτελώ παράσταση, παρουσιάζω ξανά
to repeat a performance of a play
Παραδείγματα
The troupe reran the comedy for charity.
Η ομάδα επανέλαβε την κωμωδία για φιλανθρωπία.
Λεξικό Δέντρο
rerun
run



























