Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reputedly
01
δήθεν, λέγεται
used to say that something is true according to what people say, although it is uncertain
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
The castle is reputedly haunted by the ghost of a former king.
Το κάστρο λέγεται ότι στοιχειώνεται από το φάντασμα ενός πρώην βασιλιά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reputedly
reputed
repute



























