to repudiate
re
ri
pu
ˈpju:
pyoo
diate
dieɪt
dieit
remediate

Ορισμός και σημασία του "repudiate"στα αγγλικά

to repudiate
01

αποκηρύσσω, απορρίπτω

to reject something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repudiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
repudiates
ενεστώτα μετοχή
repudiating
απλός αόριστος
repudiated
παθητική μετοχή
repudiated
Παραδείγματα
She repudiated her former beliefs after years of reflection. 

Αυτή απαρνήθηκε τις προηγούμενες πεποιθήσεις της μετά από χρόνια σκέψης.

02

αποκηρύσσω, απορρίπτω

to refuse to acknowledge or accept as valid 
Παραδείγματα
The government repudiated the treaty signed by its predecessor. 

Η κυβέρνηση απέρριψε τη συνθήκη που υπέγραψε ο προκάτοχός της.

03

αποκηρύσσω, απορρίπτω

to dismiss or reject something as false 
Παραδείγματα
The company repudiated the claims that their products were unsafe, presenting evidence to the contrary. 

Η εταιρεία απέρριψε τις ισχυρισμούς ότι τα προϊόντα της ήταν επικίνδυνα, παρουσιάζοντας αποδείξεις για το αντίθετο.

04

αποκηρύσσω, αρνούμαι να πληρώσω

to refuse or fail to pay a debt, obligation, or financial claim 
Παραδείγματα
The country repudiated its national debt. 

Η χώρα απαρνήθηκε το εθνικό της χρέος.

Λεξικό Δέντρο

repudiation
repudiative
repudiate
repudi
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store