Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repudiate
01
αποκηρύσσω, απορρίπτω
to reject something or someone
Παραδείγματα
The company repudiated its previous logo in favor of a new design.
Η εταιρεία απέρριψε το προηγούμενο λογότυπό της υπέρ ενός νέου σχεδίου.
02
αποκηρύσσω, απορρίπτω
to refuse to acknowledge or accept as valid
Παραδείγματα
The organization repudiated the legitimacy of the election results.
Ο οργανισμός απέρριψε τη νομιμότητα των αποτελεσμάτων των εκλογών.
03
αποκηρύσσω, απορρίπτω
to dismiss or reject something as false
Παραδείγματα
The government repudiated the claims made by the opposition party, asserting that they were politically motivated.
Η κυβέρνηση απέρριψε τους ισχυρισμούς της αντιπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι ήταν πολιτικά κινητοποιημένοι.
04
αποκηρύσσω, αρνούμαι να πληρώσω
to refuse or fail to pay a debt, obligation, or financial claim
Παραδείγματα
She threatened to repudiate the charges on her account.
Απείλησε να αποκηρύξει τις χρεώσεις στον λογαριασμό της.
Λεξικό Δέντρο
repudiation
repudiative
repudiate
repudi



























