Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accrue
01
συσσωρεύω, αποκτώ
to gather or receive something, like money or benefits, slowly over a period of time
Transitive: to accrue money or benefits
Παραδείγματα
Over the years, he accrued a lot of vacation days at work.
Με τα χρόνια, συσσώρευσε πολλές ημέρες άδειας στη δουλειά.
02
συσσωρεύομαι, αυξάνομαι
(particularly related to money) to gradually increase in amount or number
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
accrue
γ΄ ενικό πρόσωπο
accrues
ενεστώτα μετοχή
accruing
απλός αόριστος
accrued
παθητική μετοχή
accrued
Παραδείγματα
Interest accrues on the savings account, allowing the balance to grow steadily over the years.
Οι τόκοι συσσωρεύονται στον λογαριασμό αποταμίευσης, επιτρέποντας στο υπόλοιπο να αυξάνεται σταθερά με τα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
accrued
accruement
accrue



























