Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reprove
01
επιπλήττω, κατακρίνω
to criticize someone for their actions or behavior, often implying a need for correction
Transitive: to reprove sb for an action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reprove
γ΄ ενικό πρόσωπο
reproves
ενεστώτα μετοχή
reproving
απλός αόριστος
reproved
παθητική μετοχή
reproved
Παραδείγματα
During the rehearsal, the director reproved the actor for forgetting their lines.
Κατά τη διάρκεια της πρόβας, ο σκηνοθέτης επέπληξε τον ηθοποιό που ξέχασε τα λόγια του.
Λεξικό Δέντρο
reprover
reproving
reprove
prove



























