repentant
Pronunciation
/ɹɪˈpɛntənt/

Ορισμός και σημασία του "repentant"στα αγγλικά

01

μετανοημένος, μετανιωμένος

feeling regret or guilt for one's wrongdoing or sin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most repentant
συγκριτικός βαθμός
more repentant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The student had a repentant expression when admitting to cheating on the exam.
Ο μαθητής είχε μια μετανιωμένη έκφραση όταν παραδέχτηκε ότι είχε κλέψει στις εξετάσεις.

Λεξικό Δέντρο

repentantly
unrepentant
repentant
repent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store