repelling
re
ri
pe
ˈpɛ
pe
lling
lɪng
ling
retellingrefilling

Ορισμός και σημασία του "repelling"στα αγγλικά

01

αποκρουστικός, σιχαμένος

highly offensive; arousing aversion or disgust 
repelling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most repelling
συγκριτικός βαθμός
more repelling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, evaluation, behavior

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

repellingly
repelling
repel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store