repellent
re
ρι
pe
ˈpɛ
πε
llent
lənt
λαντ
impellentpropellant
repellant

Ορισμός και σημασία του "repellent"στα αγγλικά

01

αηδιαστικός, αποκρουστικός

causing intense dislike, disgust, or aversion 
repellent definition and meaning
Παραδείγματα
The smell from the garbage was utterly repellent. 

Η μυρωδιά από τα σκουπίδια ήταν εντελώς αποκρουστική.

02

αδιάβροχο, υδροαπωθητικό

unable to blend with or absorb another substance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most repellent
συγκριτικός βαθμός
more repellent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, chemistry, properties
Παραδείγματα
The material's repellent finish prevents corrosion. 

Η αποκρουστική επίστρωση του υλικού αποτρέπει τη διάβρωση.

01

απωθητικό, απωθητική δύναμη

the ability or force that drives something away or prevents approach 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
repellents
Παραδείγματα
The strong magnetic repellent between the poles prevented them from touching. 

Η ισχυρή μαγνητική απώθηση μεταξύ των πόλων εμπόδισε την επαφή τους.

02

απωθητικό, αποτρεπτικό

a substance applied to keep animals away 
Παραδείγματα
Mosquito repellent is essential in tropical regions. 

Το απωθητικό κουνουπιών είναι απαραίτητο στις τροπικές περιοχές.

03

αδιάβροχο, υδροαπωθητικό

a substance used to treat materials to make them resistant to water 
Παραδείγματα
The jacket was coated with a water-repellent. 

Το σακάκι ήταν επικαλυμμένο με ένα απωθητικό νερού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

repellently
repellent
repel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store