Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rendezvous
01
συναντώ
to meet at an agreed-upon time and place, often for a specific purpose or activity
Intransitive: to rendezvous somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rendezvous
γ΄ ενικό πρόσωπο
rendezvouses
ενεστώτα μετοχή
rendezvousing
απλός αόριστος
rendezvoused
παθητική μετοχή
rendezvoused
Παραδείγματα
The team members will rendezvous in the conference room to discuss the project.
Τα μέλη της ομάδας θα συναντηθούν στην αίθουσα συσκέψεων για να συζητήσουν το έργο.
Rendezvous
01
συνάντηση
a meeting planned at a certain time and place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rendezvous
02
σημείο συνάντησης
a place where people meet
03
ραντεβού
a date; usually with a member of the opposite sex



























