Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Renege
01
παραβίαση κανόνα, λάθος στο παίξιμο
an error in card play where a player does not play a card of the suit they are legally required to play
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reneges
Παραδείγματα
His renege cost the team the trick.
Το αποκήρυξή του κόστισε το χτύπημα στην ομάδα.
to renege
01
αθετώ, ανακαλώ
to act against an agreement, promise, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
renege
γ΄ ενικό πρόσωπο
reneges
ενεστώτα μετοχή
reneging
απλός αόριστος
reneged
παθητική μετοχή
reneged
Παραδείγματα
They were disappointed when the seller reneged on the agreed-upon terms.
Ήταν απογοητευμένοι όταν ο πωλητής απέτυχε να τηρήσει τους συμφωνηθέντες όρους.



























