renege
Pronunciation
/ɹɪˈnɪɡ/

Ορισμός και σημασία του "renege"στα αγγλικά

01

παραβίαση κανόνα, λάθος στο παίξιμο

an error in card play where a player does not play a card of the suit they are legally required to play
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reneges
Παραδείγματα
Players must be careful to avoid a renege in competitive play.
Οι παίκτες πρέπει να είναι προσεκτικοί για να αποφύγουν ένα renege στον ανταγωνιστικό παιχνίδι.
to renege
01

αθετώ, ανακαλώ

to act against an agreement, promise, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
renege
γ΄ ενικό πρόσωπο
reneges
ενεστώτα μετοχή
reneging
απλός αόριστος
reneged
παθητική μετοχή
reneged
Παραδείγματα
She was wary of making new deals after her previous partner reneged on their contract.
Ήταν προσεκτική στην πραγματοποίηση νέων συμφωνιών αφού ο προηγούμενος συνεργάτης της απέτυχε να τηρήσει τη σύμβασή τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store