Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Renascence
01
αναγέννηση, αναβίωση
a situation where something becomes popular again
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
renascences
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
renascence
nascence
nasc



























