remediable
re
ri
me
ˈmi:
mi
dia
diə
diē
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "remediable"στα αγγλικά

remediable
01

διορθώσιμος, θεραπεύσιμος

(of a disease or problem) capable of being treated or solved 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most remediable
συγκριτικός βαθμός
more remediable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
By taking the necessary steps, the damage to the system was eventually remediable. 

Παίρνοντας τα απαραίτητα βήματα, η ζημιά στο σύστημα ήταν τελικά διορθώσιμη.

Λεξικό Δέντρο

irremediable
remediable
remedy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store