Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reload
01
επαναφορτώνω, γεμίζω ξανά
to put fresh ammunition into a firearm after it has been used
Intransitive
Transitive: to reload a firearm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reload
γ΄ ενικό πρόσωπο
reloads
ενεστώτα μετοχή
reloading
απλός αόριστος
reloaded
παθητική μετοχή
reloaded
Παραδείγματα
After firing several rounds at the shooting range, he needed to reload his pistol.
Μετά από την εκτέλεση πολλών βολών στο σκοπευτήριο, χρειάστηκε να επανφορτώσει το πιστόλι του.
02
επαναφόρτωση, γεμίζω ξανά
to place a new load or supply of something into a container
Transitive: to reload a container
Παραδείγματα
The printer ran out of paper, so she had to reload the tray before continuing.
Ο εκτυπωτής είχε ξεμείνει από χαρτί, έτσι έπρεπε να επανεφορτώσει το δίσκο πριν συνεχίσει.
Λεξικό Δέντρο
reload
load



























