Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to relinquish
01
αφήνω, εγκαταλείπω
to let go of something physically held
επίσημο
Παραδείγματα
He relinquished the rope, allowing the boat to drift.
Αυτός παράτησε το σχοινί, επιτρέποντας στη βάρκα να παρασυρθεί.
02
παραιτούμαι, παραχωρώ
to give up, surrender, or part with a possession, right, or claim
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
relinquish
γ΄ ενικό πρόσωπο
relinquishes
ενεστώτα μετοχή
relinquishing
απλός αόριστος
relinquished
παθητική μετοχή
relinquished
Παραδείγματα
For the sake of the team, she chose to relinquish her leadership role.
Για το καλό της ομάδας, επέλεξε να παραιτηθεί από τον ηγετικό της ρόλο.
03
παραιτούμαι, εγκαταλείπω
to voluntarily abandon a habit, belief, or goal
Παραδείγματα
He relinquished his pursuit of fame to focus on family.
Αυτός παραιτήθηκε από την επιδίωξη της φήμης για να επικεντρωθεί στην οικογένεια.
Λεξικό Δέντρο
relinquished
relinquishment
relinquish



























