Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to relive
01
ξαναζω, αναπολώ
to experience again, especially in one's thoughts or imagination, as if the event is happening anew
Transitive: to relive an event or memory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
relive
γ΄ ενικό πρόσωπο
relives
ενεστώτα μετοχή
reliving
απλός αόριστος
relived
παθητική μετοχή
relived
Παραδείγματα
The veteran often found himself trying to relive the camaraderie of his military days.
Ο βετεράνος συχνά έβρισκε τον εαυτό του να προσπαθεί να ξαναζήσει την αδελφότητα των στρατιωτικών του ημερών.
Λεξικό Δέντρο
relive
live



























