reluctance
Pronunciation
/ɹiˈɫəktəns/, /ɹɪˈɫəktəns/

Ορισμός και σημασία του "reluctance"στα αγγλικά

01

δισταγμός, απροθυμία

a certain degree of unwillingness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

απροθυμία, αντίθεση στη μαγνητική ροή

(physics) opposition to magnetic flux (analogous to electric resistance)

Λεξικό Δέντρο

reluctance
reluct
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store