Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reluctance
01
δισταγμός, απροθυμία
a certain degree of unwillingness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
reluctances
02
απροθυμία, αντίθεση στη μαγνητική ροή
(physics) opposition to magnetic flux (analogous to electric resistance)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reluctance
reluct



























