relinquish
re
ri
ρι
linq
ˈlɪnk
λινκ
uish
wɪʃ
ουισ
/ɹɪlˈɪnkwɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "relinquish"στα αγγλικά

to relinquish
01

αφήνω, εγκαταλείπω

to let go of something physically held
to relinquish definition and meaning
Formal
Παραδείγματα
The prisoner relinquished the weapon peacefully.
Ο κρατούμενος παραιτήθηκε από το όπλο ειρηνικά.
02

παραιτούμαι, παραχωρώ

to give up, surrender, or part with a possession, right, or claim
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
relinquish
γ΄ ενικό πρόσωπο
relinquishes
ενεστώτα μετοχή
relinquishing
απλός αόριστος
relinquished
παθητική μετοχή
relinquished
Παραδείγματα
The company had to relinquish its hold on the market.
Η εταιρεία έπρεπε να παραιτηθεί από τον έλεγχό της στην αγορά.
03

παραιτούμαι, εγκαταλείπω

to voluntarily abandon a habit, belief, or goal
Παραδείγματα
He relinquished the habit of smoking after many years.
Αυτός παραιτήθηκε από τη συνήθεια του καπνίσματος μετά από πολλά χρόνια.

Λεξικό Δέντρο

relinquished
relinquishment
relinquish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store